COECoenobius. κοινόξιον, a-σχήϊήρλον.Conum. πηλὸς, τέλμα,aj.(απο/μ.πηλώδης, ββορ-Εορώθης:: ἱλώσης 2 9-πρώθης,Coco, pro Comvenie.cup ipa, uU A ,00*y XU-στου σερ.| Core, pro Cozcumbere.μίσγεοθοη yovcu Mi mun -xad e nici τινι,
θορνύεεϑει.
1] Corzo. ξιωήλυσις, cun(ολη. μίξις, αὐάμιξις,
ὀχεία, UMUMOIC, ὁμι-
| λίω..
| Capi. Ὀνερησήμέω ἠρξά-
| μάυ,καϊάρχω.
Captum. καϊαρχθὲν, a-Χή.
]|(ρα ΩΣ
Cot quito, cuna Dn.
Coérceo, pro Cobibeo.ἄργω,κοθείργω, amio -
σοσ 17yusxeaiu naTlaxog-τέω.
Ceercere;pro Caffieare.κολάζειν.
Coercttio. κάθειρξις.
(Γη: σους σίῳ, CX Au-cia, σύφημιοι, σινά--Ὄροισις,
Coexercitatus. σύγήεγυ-μνασμ ού(6).
Cogito. C»voko, Δ] θινοέω»θνμία δε eA 5;^s-yip»σκόπέω παρ΄eae 5«ρονέω, c C νῷἔχω, ἐπρονήζω,κα.Sena εἰς στούνοιοιν, έρ-Xeno, εἰς σπώνοιον,2jgaxentepp, καὶ ἐμ--aJ]óv.
Cogitatio. οὔνοίω, xa(a-γόησις, bp»νδη-:μα.λογισμός.
Cogitabundus, Ὀδδε-ξίθροισιώνες.^C
Cogitató. Cu ασεονοίας.
Cogitabilis. νοητός.
Οὐαί. σαν γονὴς, ὁ
«96 οὑματίθ» qtAH.