24
XIII τον, πεπεδημένον μοι αυτόν παραστήσατε. άπε.λίλόνιες δέ οι ατρα-τιώται εις τοσουτον διάστημα έξερευνώντες ονδένα ενρον. η δεαγία Πελαγία συν τοΐς παιδαρίοις αντής τοΐς πιστεύσασιν εκα&έζετοεις τό πέραν τον ποταμού καί έβλεπεν τους στρατιώτας' αντοί δε
5 οί ζητονντες ον·/, έβλεπον ονδένα. ήγαλλιάσατο δέ ή ψνχή αυτήςπρος τον κύριον, μειδιάσαοα δέ είπεν τοΐς νέοις τοΐς μετ’ αυτής’’Έγνιυτε ότι ο κύριος προσλαμβάνεται παντας τους προσερχομένονςαντίο καί ελπίζοντας επ' αυτόν;
Έλ&όντων δέ των στρατιωτών διά κενής προς την μητέραίο αντης καί είρηκότων αυτή, ότι ούτε τον άνδρα ηνραμεν ον έφηςνβριν πεποιηκέναι τη Ονγατρί σου ούτε δέ αυτήν, ταντα άκονσασαήϋύμησεν. άναστασα dg ή Πελαγία μετά των συν αυτή ήλϋεν προςτην μητέρα αυτής καί είπεν αυτή' Τί μαινομενη λύσσας καί ουσοχρρονεϊς; ουκ έντρέπη άποοτείλαοα παραστήσαι άνδρα άγιον προσ-15 κυνονντα τον κύριον πάσης πνοής καί πάσης δυναστείας; ουκ αι-σχύνη επιχειρούσα πόλεμον συγκροτήσαι κατά &εοΐ; εάν γάρ ό δού-λος αντον ο επίσκοπος αίτήσηται αυτόν, άγγελον έξαποστελεϊ καίέξολο&ρεναει πάσαν την στρατιάν την υπό σου πεμψίλεΐσαν εν ροπή109 Γ μια, επειδή αντώ προ\σκυνεΐ καί εισακούει αντον. άποκρι3εϊσα δέ -2 ο η μήΐηρ αυτής λέγει' Καί τις οντος περί ου λέγεις ταντα; λέγειαυτή ή ίλυγάτηρ αυτής' Βααιλέως παις οντος βασιλευόντων, ώ καίεαυιήν έξέδωκα άποστραφεΐσα τον πρότερύν μου ορμαστόν. τότεσννήκεν ή μήτηρ αυτής, ότι χριστιανή γέγονεν. καί προοΟέίσαπάλιν είπεν τή ίλνγατρί' Καί τις εστιν 6 ίΐΐός των χριστιανών, ώ25 σύ ε αυτήν έξέδωκας; είπέ μοι. καί λέγει προς αυτήν ή ί)νγάτ?;ρ'Ύί πολυπραγμονείς περί τής ανέκφραστου θεότητας; γίνωσκε γάρ,ότι αυτός εστιν ό δεσπόζων ουρανού καί γής καί όρεων καί βου-νών' ός καί τό στερέωμα έκτιαεν καί αβύσσους σννεστήσατο καίόρον τή ΐλαλάσση έπέθηκεν τού μή νπερβήναι αυτόν καί τνραννή-30 σαι τήν χέραον. έρωτας περί τον !)εοΰ μου; οντός έσιιν ο πύλαςχαλκάς συντρίιμας καί μοχλούς σίδηρους σννθλάσας καί τους νεκρούςζιυοποιησας.
XIV ταντα άκοίϋασα ή μήτηρ αυτής άπέστειλεν παραντά προςτον υιόν /Ιιοκ.’ί.ητιανον λέγονσα, ότι ή όρμαστή σου τώ θεώ των
35 χριστιανών ωρμάσθη. ό δέ άκούσας σννήκεν άναμνησίλείς πώς προ